Ρύθμιση μη εξυπηρετούμενων δανείων διμερώς με τράπεζες και διαχειριστές δανείων μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας

Ο νέος αναθεωρημένος Κώδικας Δεοντολογίας (του ν. 4224/2013, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει βάσει του ΦΕΚ 2411/Β/7.6.21) δίνει την δυνατότητα σε πολύ μικρές επιχειρήσεις, να ρυθμίσουν τα δάνειά τους απευθείας με την τράπεζα ή τον διαχειριστή Δανείου σε διμερές επίπεδο.

​Ο Κώδικας Δεοντολογίας εφαρμόζεται σε περιπτώσεις φυσικών προσώπων, ελεύθερων επαγγελματιών  και πολύ μικρών επιχειρήσεων (μέσος ετήσιος κύκλος εργασιών τελευταίας τριετίας έως 1.000.000 ευρώ), που διατηρούν οφειλές σε καθυστέρηση ή παρουσιάζουν ενδείξεις πιθανής καθυστέρησης. Οι λύσεις που παρέχει ο Κώδικας Δεοντολογίας μπορεί να είναι η προσωρινή ή η οριστική διευθέτηση των δανείων. Ως διευθέτηση δανείων νοείται μια λύση ρύθμισης οφειλών που δύναται να περιλαμβάνει για παράδειγμα την επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου, τη μειωμένη δόση πληρωμής, την προσωρινή καταβολή μόνο τόκων, το διαχωρισμό της οφειλής, καθώς και τη διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης.​

Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.)

Στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας, οι Τράπεζες/Servicers έχουν θεσπίσει συγκεκριμένη «Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων» (Δ.Ε.Κ.)

H Δ.Ε.Κ. αφορά δανειολήπτες:​

  • Φυσικά πρόσωπα (ιδιώτες/ελεύθερους επαγγελματίες/ατομικές επιχειρήσεις)
  • Νομικά πρόσωπα (πολύ μικρές επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις – νομικά πρόσωπα των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών κατά τα τελευταία τρία (3) φορολογικά έτη δεν υπερέβη κατά μέσο όρο το ποσό του 1 εκ. ευρώ

Η Δ.Ε.Κ. εφαρμόζεται μία (1) φορά για κάθε οφειλή και περιλαμβάνει τα παρακάτω στάδια.​

Στάδια Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων

Στάδιο 1: Επικοινωνία Δανειολήπτη – Τραπέζης/Servicer​

Α. Τρέχουσα επικοινωνία​

Οι Τράπεζες/Servicers επικοινωνούν συστηματικά με τους οφειλέτες, με την αποστολή περιοδικών αναλυτικών λογαριασμών, οι οποίοι περιλαμβάνουν πλήρη ενημέρωση για τα στοιχεία της οφειλής. Επιπλέον, σε περίπτωση εμφανίσεως καθυστερήσεως, εξειδικευμένα Στελέχη των Τραπεζών ή νομίμως λειτουργούσες (στο πλαίσιο των Ν.3758/2009 και Ν.2472/1997) εταιρίες ενημερώσεως οφειλετών (Servicers), επιχειρούν να επικοινωνήσουν για τη διερεύνηση υπάρξεως τυχόν εναλλακτικής λύσεως για την αποπληρωμή της οφειλής.

Β. Τυποποιημένη επικοινωνία βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας​

Επιπλέον των προαναφερθέντων, με στόχο την αποτελεσματικότερη ενημέρωση των δανειοληπτών, σε περίπτωση που η οφειλή υπερβεί τις εξήντα (60) ημέρες καθυστερήσεως,  δύναται να αποστείλει ειδοποίηση (με συστημένη επιστολή) σχετικά με την ένταξη στη Δ.Ε.Κ. Πέραν των σχετικών πληροφοριών που θα περιλαμβάνει η συγκεκριμένη ειδοποίηση, οι Τράπεζες/Servicers καλούν τον οφειλέτη να υποβάλλει τα απαραίτητα έντυπα και δικαιολογητικά που σχετίζονται με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της επιστολής.

Γ. “Ειδικά Σημεία Επικοινωνίας” για τον Κώδικα Δεοντολογίας

Για την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας μπορείτε να απευθύνεστε στα “Ειδικά Σημεία Επικοινωνίας” που έχουν οργανωθεί σε όλα τα Καταστήματα των Τραπεζών/Servicers, προκειμένου να αναζητήσετε συνδρομή, διευκρινίσεις ή/και σχετικό έντυπο υλικό.​


Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών​

Στο πλαίσιο εφαρμογής της Δ.Ε.Κ., απαιτείται να παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση.

Συγκεκριμένα:

  • Φυσικά Πρόσωπά (ιδιώτης/ελεύθερος επαγγελματίας/ατομική επιχείρηση), πρέπει να συμπληρώσουν το έντυπο της “Τυποποιημένης Οικονομικής Κατάστασης” (Τ.Ο.Κ.) και να το προσκομίσουν, συνοδευόμενο από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο Έντυπο Υποχρεωτικών Δικαιολογητικών Φυσικών Προσώπων
  • Νομικό Πρόσωπο συμπληρώνει το έντυπο “Στοιχεία Συμμετέχοντος στη Δ.Ε.Κ. Νομικού Προσώπου” και να το προσκομίζει, συνοδευόμενο από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο Έντυπο Υποχρεωτικών Δικαιολογητικών Νομικών Προσώπων

Στάδιο 3: Αξιολόγηση οικονομικών στοιχείων​

Οι Τράπεζες/Servicers, με σκοπό την εξεύρεση της καταλληλότερης και πλέον βιώσιμης λύσεως για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων, αξιολογούν την οικονομική και περιουσιακή κατάσταση βάσει όλων των στοιχείων που προσκομίζονται, αλλά και των δεδομένων που οι Τράπεζες/Servicers είτε διαθέτουν από τη συνεργασία τους μαζί με τους δανειολήπτες,  είτε τα συλλέγουν από βάσεις δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, όπως η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Επίσης, ενδέχεται να επικοινωνήσουν για την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων ή/και δικαιολογητικών εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων, σε περίπτωση που αυτά κρίνονται αναγκαία για την αξιολόγηση των οικονομικών δυνατοτήτων.

«Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης»

Κατά την αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων, εφόσον πρόκειται για Φυσικό Πρόσωπο (ιδιώτης/ελεύθερος επαγγελματίας/ατομική επιχείρηση), λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας και το επίπεδο των «εύλογων δαπανών διαβίωσης». Ο υπολογισμός των «εύλογων δαπανών διαβίωσης» στηρίζεται στα στοιχεία της στατιστικής Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.), η οποία διενεργείται κάθε έτος από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.​

Στάδιο 4: Πρόταση των κατάλληλων λύσεων​

Αφού ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, οι δανειολήπτες θα ενημερωθούν προφορικώς, αλλά και εγγράφως για τη λύση/-εις που κρίθηκε/-αν ως καταλληλότερη/-ες.

Οι πιθανές προτεινόμενες λύσεις μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:

  1. Λύσεις Ρυθμίσεως: Τροποποίηση της υφιστάμενης συμβάσεως ή αναδιάρθρωση υφιστάμενου δανεισμού
  2. Λύσεις οριστικής διευθετήσεως: Οριστική εξόφληση ή οριστική τακτοποίηση των οφειλών με οιονδήποτε άλλο τρόπο, όπως, ενδεικτικώς, εφάπαξ καταβολή ή άλλη ισοδύναμου αποτελέσματος μεταβίβαση ή και ρευστοποίηση περιουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν περιορισμούς της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Μετά την ενημέρωση για την προτεινόμενη λύση πρέπει να υπάρξει ανταπόκριση εγγράφως εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, προκειμένου ο δανειολήπτης είτε να συναινέσει είτε να αντιπροτείνει εναλλακτική λύση είτε να αρνηθεί την πρόταση

Σε περίπτωση αδυναμίας εξευρέσεως λύσεως ρυθμίσεως ή οριστικής διευθετήσεως, η Δ.Ε.Κ. ολοκληρώνεται και οι Τράπεζες/Servicers δικαιούνται να προβούν σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την αναγκαστική είσπραξη της οφειλής.


Στάδιο 5: Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων (Δ.Ε.Ε.)

Εάν έχει ληφθεί έγγραφη ενημέρωση ότι η επιχείρηση ή το φυσικό πρόσωπο έχει χαρακτηριστεί  ως “Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης”, δύναται εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της σχετικής γνωστοποιήσεως να υποβληθεί – ένσταση μετά των υποστηρικτικών αυτής δικαιολογητικών. Σε περίπτωση που υποβληθεί ένσταση, η Τράπεζα/Servicer ενημερώνει για την απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Ενστάσεων εντός τριμήνου είτε από την ημερομηνία υποβολής της είτε από την ημερομηνία υποβολής τυχόν συμπληρωματικών στοιχείων που ζητήθηκαν.​

Συνεργάσιμος Δανειολήπτης

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, κάποιος (φυσικό πρόσωπο/νομικό πρόσωπο) θεωρείται «Συνεργάσιμος Δανειολήπτης», όταν:

  1. Παρέχει στην Τράπεζα πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας (π.χ. αριθμό τηλεφώνου, ηλεκτρονική διεύθυνση κ.λπ.) και προβαίνει σε ορισμό προσώπου ως αντικλήτου επικοινωνίας
  2. Είναι διαθέσιμος για επικοινωνία με την Τράπεζα/Servicer και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και σε επιστολές εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών
  3. Προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς την Τράπεζα αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που ζητήθηκαν σχετικές πληροφορίες
  4. Προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς την Τράπεζα/Servicer, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική κατάσταση (π.χ. απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοίνωση απολύσεως κ.λπ.) εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του
  5. Συναινεί σε διερεύνηση προτάσεων ρυθμίσεως ή αναδιαρθρώσεως των οφειλών του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας

​​

Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης​

Εάν δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, ενώ παράλληλα η οφειλή παραμένει ληξιπρόθεσμη, ο οφειλέτης χαρακτηρίζεται ως «Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης».

Επιπλέον, ενημερώνεται εγγράφως με συστημένη επιστολή ότι έχει κατηγοριοποιηθεί ως «Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης» και κατόπιν τούτου, εάν δεν εξοφληθεί άμεσα η ληξιπρόθεσμη οφειλή, θα επέλθουν οι εξής συνέπειες:

  • Καταγγελία χρηματοδοτικών συμβάσεων
  • Δικαστικές σε βάρος του ενέργειες για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων της Τραπέζης/Servicer (π.χ. έκδοση διαταγής πληρωμής)
  • Κατάσχεση περιουσίας  και πλειστηριασμός αυτής

Τύποι Ρυθμίσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων​

Οι πλέον συνήθεις τύποι ρυθμίσεων και οριστικών διευθετήσεων για δανειολήπτη ο οποίος βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και αδυνατεί να ανταποκριθεί στους υφιστάμενους όρους της πιστοδότησης είναι οι κάτωθι: ​

1. Τύποι βραχυπρόθεσμων λύσεων ρύθμισης

Ως βραχυπρόθεσμοι τύποι ρυθμίσεων θεωρούνται οι τύποι ρύθμισης με διάρκεια έως και δύο (2) έτη που αφορούν σε περιπτώσεις όπου οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές.​

α) Κεφαλαιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών (“Arrears Capitalization”): Η κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και η αναπροσαρμογή του προγράμματος αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου

β)Τακτοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών (“Arrears Repayment Plan”): Συμφωνία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα

γ) Μειωμένη δόση μεγαλύτερη των οφειλόμενων τόκων (“Reduced payment above interest only”): Μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης αποπληρωμής σε επίπεδο που υπερβαίνει αυτό που αντιστοιχεί σε αποπληρωμή μόνο τόκων για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο

δ)Καταβολή μόνο τόκων (“Interest only): Κατά τη διάρκεια της καθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου καταβάλλονται μόνο τόκοι

ε) Μειωμένη δόση μικρότερη των οφειλόμενων τόκων (“Reduced payment below interest only”): Μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης αποπληρωμής σε επίπεδο μικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί σε αποπληρωμή μόνο τόκων για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο. Οι ανεξόφλητοι τόκοι κεφαλαιοποιούνται ή διευθετούνται

στ) Περίοδος χάριτος (“Grace period”): Αναστολή πληρωμών για προκαθορισμένη περίοδο. Οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται ή διευθετούνται

Οι βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις έχουν διάρκεια μικρότερη των δύο (2) ετών. Όμως, ρυθμίσεις που περιλαμβάνουν αποκλειστικά βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα διευκολύνσεις, όπως αυτές που αναφέρονται παραπάνω, για συγκεκριμένη χρονική περίοδο που είναι πιθανό να ξεπερνά τα δύο (2) έτη, περιλαμβάνονται στις βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις.​

2. Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων​

Κατατάσσονται οι τύποι ρύθμισης με διάρκεια μεγαλύτερη των δύο (2) ετών, με στόχο την μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης ή/και της δανειακής επιβάρυνσης, λαμβάνοντας υπόψη συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι την λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.

α) Μείωση επιτοκίου (“Interest rate reduction”): Μείωση του επιτοκίου ή του επιτοκιακού περιθωρίου

β) Παράταση διάρκειας (“Loan term extension”): Επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή μετάθεση της συμβατικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης του δανείου για περισσότερα από δύο (2) έτη)

γ) Διαχωρισμός οφειλής (“Split balance”): Διαχωρισμός της οφειλής σε δύο τμήματα (“tranches”):

i) το τμήμα του δανείου, το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει, με βάση την υφιστάμενη και την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του, και

ii) το υπόλοιπο τμήμα του δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα, με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δύο μέρη

δ) Μερική διαγραφή οφειλής (“Partial debt forgiveness / Write down”): Οριστική διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης, ώστε η εναπομείνασα οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά

ε) Λειτουργική αναδιάρθρωση επιχείρησης (“Operational restructuring”): Αναδιοργάνωση της επιχείρησης, ώστε να καταστεί βιώσιμη και ικανή για την ομαλή εξυπηρέτηση των οφειλών της. Η αναδιοργάνωση μπορεί να περιλαμβάνει ενέργειες όπως η αλλαγή διοίκησης, η πώληση περιουσιακών στοιχείων, ο περιορισμός του κόστους, ο εταιρικός μετασχηματισμός, η ανανέωση πιστωτικών ορίων ή/και παροχή νέων δανείων

στ) Συμφωνία ανταλλαγής χρέους με μετοχικό κεφάλαιο (“Debt/equity swap”): Μετατροπή μέρους της οφειλής σε μετοχικό κεφάλαιο, ώστε η εναπομένουσα οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά

3. Λύσεις οριστικής διευθέτησης

Ως λύση οριστικής διευθέτησης ορίζεται οποιαδήποτε μεταβολή του είδους της συμβατικής σχέσης μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και δανειολήπτη ή ο τερματισμός αυτής, με στόχο την οριστική τακτοποίηση της απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του δανειολήπτη. Η λύση αυτή μπορεί να συνδυάζεται με παράδοση (εθελοντική) στο ίδρυμα των πραγμάτων επί των οποίων έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια προς μείωση του συνόλου της απαίτησης ή ακόμα και με οικειοθελή εκποίηση των πραγμάτων επί των οποίων έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια προς τακτοποίηση της απαίτησης. Παρατίθενται ενδεικτικά λύσεις που προσφέρονται στο πλαίσιο των διεθνών πρακτικών, η υιοθέτηση εκάστης εξ αυτών, όμως, τελεί υπό την επιφύλαξη των σχετικών προβλέψεων του ελληνικού δικαίου:

α) Λοιπές εξωδικαστικές ενέργειες (“Other out – of court settlements”): Οι εξωδικαστικές ενέργειες που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες

β) Εθελοντική παράδοση ενυπόθηκου ακινήτου (“Voluntary surrender”): Ο δανειολήπτης, ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους όρους αποπληρωμής ενυπόθηκου δανείου, παραχωρεί οικειοθελώς (δηλαδή χωρίς να απαιτηθεί η προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες από πλευράς ιδρύματος) την κυριότητα του υπέγγυου ακινήτου στο ίδρυμα. Στη σχετική συμφωνία διατυπώνεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη

γ) Μετατροπή σε ενοικίαση/χρηματοδοτική μίσθωση (“Mortgage to rent/lease”): Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στο ίδρυμα υπογράφοντας σύμβαση ενοικίασης/χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία του εξασφαλίζει τη δυνατότητα μίσθωσης του ακινήτου για ορισμένη ελάχιστη χρονική περίοδο. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη

δ) Εθελοντική εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου (“Voluntary sale of property”): Ο δανειολήπτης προβαίνει οικειοθελώς σε πώληση του υπέγγυου ακινήτου σε τρίτο με τη σύμφωνη γνώμη του ιδρύματος. Στην περίπτωση που το τίμημα της πώλησης υπολείπεται του συνόλου της οφειλής, το ίδρυμα προβαίνει στη διαγραφή της εναπομένουσας οφειλής. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη

ε) Διακανονισμός απαιτήσεων (“Settlement of loans”): Εξωδικαστική συμφωνία κατά την οποία το ίδρυμα λαμβάνει είτε εφάπαξ καταβολή σε μετρητά (ή ισοδύναμα μετρητών) είτε σειρά προκαθορισμένων τμηματικών καταβολών. Στο πλαίσιο του διακανονισμού το ίδρυμα ενδέχεται να προβαίνει σε μερική διαγραφή της απαίτησης

στ) Υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό (“Auction-collateral repossession”): Το ίδρυμα υπερθεματίζει στον πλειστηριασμό αποκτώντας την κυριότητα του ενυπόθηκου ακινήτου ή άλλης εμπράγματης εξασφάλισης στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας οριστικής διευθέτησης της οφειλής με τη συναίνεση του δανειολήπτη

ζ) Ολική διαγραφή οφειλής (“Full debt write-off”): Το ίδρυμα αποφασίζει τη διαγραφή του συνόλου της οφειλής εφόσον δεν υπάρχουν ρευστοποιήσιμα στοιχεία και δεν αναμένεται περαιτέρω ανάκτηση

Πρακτικές Οδηγίες Ρύθμισης Οφειλών

Παρακάτω ακολουθούν κάποιες πρακτικές οδηγίες τις οποίες ο οφειλέτης θα πρέπει να λάβει υπόψιν του: 

1. Καταγραφή όλων των εμπλεκομένων προσώπων στις οφειλές

  • Σε κάθε οφειλή ενδέχεται να εμπλέκονται περισσότερα του ενός πρόσωπα, όπως: οφειλέτες, συνοφειλέτες, εγγυητές. Συνοφειλέτες και εγγυητές μπορεί να είναι οι ιδιοκτήτες / διαχειριστές επιχείρησης, συγγενείς ή και τρίτα πρόσωπα
  • Το σύνηθες είναι να ρυθμίζουν οι ανωτέρω εμπλεκόμενοι από κοινού την οφειλή. Παρ’ όλα αυτά, είναι εφικτή δυνητικά η επίτευξη ρύθμισης μόνο από τον οφειλέτη (δηλ. χωρίς τη συμμετοχή συνοφειλετών και εγγυητών), ωστόσο θα πρέπει να ρυθμιστεί ολόκληρη η οφειλή
  • Δεν προβλέπεται επιμερισμός / διαχωρισμός της οφειλής μεταξύ των οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών (π.χ. να «σπάσει» η οφειλή στα 2 και να πληρώνει ο καθένας μόνο ένα κομμάτι της οφειλής)
  • Εάν οφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές αντιμετωπίζουν δυσκολίες επικοινωνίας ή συνεργασίας μεταξύ τους (π.χ. κάποιοι εξ αυτών δεν προσκομίζουν τις απαιτούμενες πληροφορίες / έγγραφα εξαιτίας διένεξής τους), τότε ο οφειλέτης θα πρέπει να απευθυνθεί σε εξειδικευμένο επαγγελματία (όπως χρηματοοικονομικό διαμεσολαβητή, δικηγόρο ή οικονομολόγο)

2. Καταγραφή όλων των οφειλών, όλων των ανωτέρω οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών, προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και δημόσιους)

α) Οι οφειλές περιλαμβάνουν:

  • το κεφάλαιο (δηλ. χρεολύσιο)
  • τους τόκους (που προκύπτουν από την επιβολή επιτοκίου επί του κεφαλαίου)
  • τους τόκους υπερημερίας (που προκύπτουν από την καθυστέρηση πληρωμής)
  • την ειδική εισφορά πιστωτικών ιδρυμάτων του νόμου 128/1975
  • τυχόν ασφάλιστρο ακινήτου ή αυτοκινήτου για το οποίο έχει χορηγηθεί το δάνειο
  • διάφορα έξοδα (όπως αμοιβή μηχανικού, δικηγόρου, κ.λπ.)

β)Εάν οφειλέτες και πιστωτές διαφωνούν για το ύψος των οφειλών (π.χ. για τις προσαυξήσεις), τότε θα πρέπει να απευθυνθούν σε εξειδικευμένο επαγγελματία (όπως χρηματοοικονομικό διαμεσολαβητή, δικηγόρο ή οικονομολόγο)

3. Καταγραφή της πρόσφατης (των τελευταίων 6 μηνών) εμπορικής αξίας της περιουσίας όλων των οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών

α) Η περιουσία περιλαμβάνει, τόσο ακίνητα όσο και κινητές αξίες (καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα, οχήματα, σκάφη, αντικείμενα αξίας κλπ)

β) Η εμπορική αξία της περιουσίας λαμβάνεται είτε από τον πιστωτή ή υπολογίζεται από ανεξάρτητο εκτιμητή που έχει πιστοποιηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών

4. Υπολογισμός του ποσού που θα λάμβανε ο κάθε πιστωτής σε περίπτωση αναγκαστικής ρευστοποίησης της περιουσίας (βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)

α) Το ποσό εξαρτάται από το εάν είναι ενυπόθηκοι πιστωτές (δηλ. πιστωτές που έχουν εγγράψει υποθήκη / προσημείωση σε ακίνητη περιουσία), δημόσιο και εργαζόμενοι (χωρίς υποθήκες) ή πιστωτές χωρίς προνόμιο και από το πώς οι κατηγορίες των πιστωτών συνδυάζονται μεταξύ τους σε κάθε περίπτωση

β) Οι πιστωτές δύνανται να εκποιήσουν ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των εγγυητών, ανεξάρτητα αν έχουν ήδη προβεί σε υποθήκη / προσημείωσή της (κατόπιν διαταγής πληρωμής, δικαστικής απόφασης), εφόσον τα δάνεια είναι μη εξυπηρετούμενα ή καταγγελμένα

5. Υπολογισμός του ποσού που πρέπει να πληρώσει ο οφειλέτης για τη ρύθμιση οφειλής

α) Αν το σύνολο των οφειλών είναι μικρότερο από το σύνολο της αξίας της περιουσίας του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των εγγυητών, τότε:

  • Υπολογίζεται το ποσό που πρέπει να πληρωθεί (σημεία 6 και 7 παρακάτω)
  • Αν δεν πληρωθεί αυτό το ποσό, τότε ο πιστωτής μπορεί να κινηθεί νομικά εναντίον του οφειλέτη, συνοφειλετών και εγγυητών του, με σκοπό να ρευστοποιήσει την περιουσία τους, μέχρι να εξοφληθεί η πλήρης οφειλή
  • Δεν είναι δυνατή η διαγραφή οφειλής, παρά μόνο με δικαστική απόφαση

β) Αν το σύνολο των οφειλών είναι μεγαλύτερο από το σύνολο της αξίας της περιουσίας του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των εγγυητών, τότε:

  • Υπολογίζεται το ελάχιστο ποσό που πρέπει να πληρωθεί (σύμφωνα με το σημείο 6 παρακάτω) και επίσης υπολογίζεται το ενδεχόμενο διαθέσιμο περίσσευμα εισοδήματος του οφειλέτη, των συνοφειλετών και εγγυητών (σύμφωνα με το σημείο 7 παρακάτω)
  • Σε περίπτωση που προκύπτει διαθέσιμο περίσσευμα εισοδήματος του οφειλέτη, των συνοφειλετών και εγγυητών, τότε αυτό προστίθεται στο ελάχιστο ποσό ρύθμισης του σημείου 6 παρακάτω
  • Σε περίπτωση που δεν προκύπτει διαθέσιμο περίσσευμα εισοδήματος του οφειλέτη, των συνοφειλετών και εγγυητών, τότε μπορεί ο πιστωτής να προβεί σε διαγραφή μέρους της συγκεκριμένης οφειλής, την οποία αδυνατεί να αποπληρώσει ο οφειλέτης, οι συνοφειλέτες και οι εγγυητές του
  • Ο πιστωτής μπορεί να κινηθεί νομικά εναντίον του οφειλέτη, συνοφειλετών και εγγυητών του, με σκοπό να ρευστοποιήσει την περιουσία τους, μέχρι να εξοφληθεί ολόκληρη η οφειλή

6. Υπολογισμός του ελάχιστου ποσού της μηνιαίας δόσης ρύθμισης οφειλής

α) Η μηνιαία δόση ρύθμισης οφειλών αποτελείται από το κεφάλαιο (δηλ. το χρεολύσιο), τον τόκο (που προκύπτει από το επιτόκιο) και την εισφορά

β) Ως ελάχιστο ποσό προς καταβολή υπολογίζεται το άθροισμα της εμπορικής αξίας ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη, συνοφειλετών και εγγυητών του διαιρούμενο με τους μήνες που θα διαρκεί η ρύθμιση:

  • Η διάρκεια της ρύθμισης αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή (δηλ. δεν καθορίζεται από τη νομοθεσία)
  • Οι πιστωτές δεν παρέχουν μακροχρόνια ρύθμιση, εάν οι οφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές έχουν μεγάλη ηλικία (δηλ. κοντά στο προσδόκιμο όριο ζωής), εκτός αν προτείνουν εγγυητή νεότερης ηλικίας, ο οποίος θα πρέπει να συνυπογράψει τη σύμβαση ρύθμισης δανείου
  • Το επιτόκιο καθορίζεται από τον πιστωτή (αποτελεί πεδίο διαπραγμάτευσης με τον οφειλέτη) και το ποσό των τόκων που προκύπτει προσαυξάνει το ελάχιστο ποσό προς καταβολή για τους μήνες διάρκειας της ρύθμισης. Η ρύθμιση οφειλής μπορεί να επιφέρει αύξηση του επιτοκίου του δανείου (συγκριτικά με το επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί και ίσχυε για το διάστημα που το δάνειο ήταν εξυπηρετούμενο / ενήμερο)

γ) Αν η εμπορική αξία των ακινήτων είναι μεγάλη (π.χ. άνω του 1 εκατ. ευρώ), οι πιστωτές δεν δέχονται συνήθως μακροχρόνια ρύθμιση (δηλ. πάνω από 3 έτη) και ζητούν πώληση ακινήτων (συναινετική ή μέσω πλειστηριασμού). Αν υπάρχουν πολλά ακίνητα, τότε οι πιστωτές ζητούν πώληση κάποιων ακινήτων, με σκοπό να μειωθεί η οφειλή

δ) Αν οι οφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές δεν μπορούν να καλύψουν τη μηνιαία δόση ρύθμισης οφειλών (δηλ. τόσο το κεφάλαιο όσο και τους τόκους), τότε μπορούν να προβούν από μόνοι τους σε εκούσια διάθεση (πώληση ή παραχώρηση) στους πιστωτές (μέρους της) περιουσίας τους, έτσι ώστε να μειώσουν την οφειλή και συνεπαγόμενα και τη μηνιαία δόση αποπληρωμής. Αν δεν πωλήσουν οι ίδιοι την περιουσία τους, τότε μπορεί να το κάνει ο πιστωτής μέσω πλειστηριασμού (σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), ανεξαρτήτως αν έχει εγγράψει προσημείωση / υποθήκη στην περιουσία τους

7. Υπολογισμός του πρόσθετου ποσού της μηνιαίας δόσης ρύθμισης οφειλών

Η ανωτέρω ελάχιστη δόση προσαυξάνεται εάν, μετά την κάλυψή της, προκύπτει περίσσευμα από τα εισοδήματα των οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών. Για να υπολογιστεί αυτό γίνονται τα ακόλουθα:

α) Καταγραφή όλων των εισοδημάτων οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών

β) Καταγραφή όλων των εύλογων δαπανών διαβίωσης οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών. Λαμβάνονται υπόψη τόσο τα ποσά του πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ (ομάδα / κατηγορία 1), όσο και οι πρόσθετες δαπάνες (φόροι και εισφορές δημοσίου, ιατρικά έξοδα, ενοίκιο κατοικίας οικογένειας και τέκνων που διαμένουν σε άλλη πόλη λόγω σπουδών, δικαστικές αποφάσεις, όπως για διατροφή λόγω διαζυγίου)

γ) Αν από την αφαίρεση των 3 ανωτέρω ποσών (δηλ. εισοδήματα, μείον δαπάνες, μείον ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης ρύθμισης οφειλών) προκύπτει περίσσευμα χρημάτων, τότε το περίσσευμα αυτό προσαυξάνει την ελάχιστη δόση ρύθμισης οφειλών (όπως υπολογίστηκε στο σημείο 6) και έτσι καθορίζεται η τελική δόση ρύθμισης οφειλών

δ) Τα ανωτέρω υπολογίζονται κατ’ εκτίμηση και για το μέλλον, δηλ. για τη διάρκεια της ρύθμισης. Ως εκ τούτου ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει:

  • Να αυξάνεται η δόση αποπληρωμής (πρόγραμμα “step-up”) στο μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη τη μελλοντική μείωση των δαπανών
  • Να επικαιροποιούνται σε ετήσια βάση τα ανωτέρω στοιχεία και να αναπροσαρμόζεται το ποσό πληρωμής (είτε μειώνεται ή αυξάνεται), ανάλογα με τα έσοδα και τα έξοδα
  • Να ενταχθεί ο δανειολήπτης σε κάποιο από τα προγράμματα που προτείνει η τράπεζα ή o Servicer (π.χ. διαχωρισμός οφειλής: split and freeze, split and settle balloon, κ.ά.)